Το Far Right Watch σχολιάζει κατά άρθρο ένα αντιδημοκρατικό νομοσχέδιο που απειλεί το δικαίωμα στην ελεύθερη συνάθροιση: ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΜΕ ΤΙΤΛΟ «ΝΟΜΟΣ ΠΟΥ ΡΥΘΜΙΖΕΙ ΤΗ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΕΛΑΣΕΩΝ»






ΑΡΘΡΟ

ΣΧΟΛΙΟ

02 – Ερμηνεία.

«αρχή τοπικής διοίκησης» σημαίνει Δημοτικό Συμβούλιο ή Κοινοτικό Συμβούλιο ή Συμβούλιο του Επαρχιακού Οργανισμού Αυτοδιοίκησης, στις περιοχές που δεν εμπίπτουν στα όρια δήμου ή κοινότητας, σύμφωνα με τον περί Επαρχιακών Οργανισμών Αυτοδιοίκησης Νόμο·

 

Από τον ορισμό του όρου καθίσταται σαφές πως, για να διαπιστώσουν οι οργανωτές ποια είναι η «αρχή τοπικής διοίκησης» στην περιοχή που προτίθενται να κινηθούν, θα πρέπει να διεξάγουν έρευνα. Ενδέχεται δε να υπάρχουν περισσότερες από μία τοπική αρχή στην περιοχή που προτίθενται να κινηθούν πορευμένοι. Η απόφαση να αποστέλλεται η ειδοποίηση σε τοπικές αρχές αντί στην κεντρική κυβέρνηση επιβαρύνει αχρείαστα και αδικαιολόγητα τους οργανωτές με γραφειοκρατικές διαδικασίες, κατά παράβαση των συστάσεων της Επιτρόπου Νομοθεσίας και των Αρχών της Βενετίας.

 Η έκθεση της Επιτρόπου Νομοθεσίας για τις δημόσιες συναθροίσεις, Δεκεμβρίου 2023, προβλέπει (σελ.29):

«Οι διαδικασίες ειδοποίησης που τίθενται από το κράτος πρέπει να είναι διαφανείς, όχι αδικαιολόγητα γραφειοκρατικές, χωρίς κόστος και οι απαιτήσεις τους προς τους διοργανωτές πρέπει να είναι ανάλογες με τον πιθανό δημόσιο αντίκτυπο της σχετικής συνάθροισης”.

 Οι Αρχές της Βενετίας προβλέπουν:

«Χρηστή διοίκηση: Το κοινό πρέπει να ενημερώνεται για το ποιο όργανο είναι υπεύθυνο για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τη ρύθμιση της ελευθερίας του συνέρχεσθαι, και αυτό πρέπει να αναφέρεται σαφώς στο νόμο.»

[“Good administration: The public should be informed which body is responsible for taking decisions about the regulation of freedom of assembly, and this must be clearly stated in law.”]

 Η τοπική αρχή δεν έχει ρόλο στην αστυνόμευση της συνάθροισης και κατά πάσαν πιθανότητα ούτε και γνώση του νομικού πλαισίου του δικαιώματος της συνάθροισης. Αντί γνωστοποίησης στη δημόσια αρχή, προτείνουμε ένα online έντυπο σε μια κυβερνητική ιστοσελίδα (αστυνομία, ΥΔΔΤ,κλπ) εύκολα προσβάσιμο με ένα κλικ στην αρχική σελίδα του υπουργείου και της αστυνομίας. Επιπλέον, ένα τηλέφωνο επικοινωνίας με αυτόματο τηλεφωνητή (για οργανωτές χωρίς ψηφιακή πρόσβαση) όπου θα μπορεί να καταγράφεται η ειδοποίηση χωρίς κίνδυνο αμφισβήτησης από τις αρχές.

 Αν επιθυμεί το υπουργείο ή η αστυνομία να ενημερωθεί η τοπική αρχή, μπορούν να την ενημερώνουν οι ίδιοι.

 

02 – Ερμηνεία.

«αυθόρμητη συγκέντρωση» σημαίνει συγκέντρωση που πραγματοποιείται χωρίς προηγούμενη συνεννόηση ή πρόσκληση, με αφορμή την επέλευση συγκεκριμένου αιφνίδιου ή απρόβλεπτου γεγονότος, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η τήρηση των υποχρεώσεων που ορίζονται στα εδάφια (1), (2) και (3) του άρθρου 3 του παρόντος Νόμου

Η προϋπόθεση ότι, για να πληροί τον ορισμό της αυθόρμητης, η συγκέντρωση πρέπει να γίνεται χωρίς καμία συνεννόηση είναι προβληματική και εξ αντικειμένου αποκλείει όλες τις αυθόρμητες συγκεντρώσεις. ‘Αυθόρμητη συγκέντρωση’ δεν ισοδυναμεί με τυχαία συνάντηση στο δρόμο, μια ελάχιστη συνεννόηση και ένα σύντομο δημόσιο κάλεσμα εξυπακούονται.

 Οι Αρχές της Βενετίας προβλέπουν

«Όταν η νομοθεσία απαιτεί την εκ των προτέρων κοινοποίηση, ο νόμος θα πρέπει να προβλέπει ρητά εξαίρεση από την απαίτηση όταν η εκ των προτέρων κοινοποίηση είναι ανέφικτη. Μια τέτοια εξαίρεση θα εφαρμόζεται μόνο σε περιπτώσεις όπου η νομικά καθορισμένη προθεσμία δεν μπορεί να τηρηθεί. Οι αρχές θα πρέπει πάντοτε να προστατεύουν και να διευκολύνουν κάθε αυθόρμητη συγκέντρωση, εφόσον έχει ειρηνικό χαρακτήρα. »

[«Where legislation requires advance notification, the law should explicitly provide for an exception from the requirement where giving advance notice is impracticable. Such an exception would only apply in circumstances where the legally established deadline cannot be met. The authorities should always protect and facilitate any spontaneous assembly so long as it is peaceful in nature. »]

Ξεκαθαρίζουν δηλαδή πως η μόνη προϋπόθεση για να χαρακτηριστεί μια συνάθροιση ως αυθόρμητη και να εξαιρείται από την υποχρέωση της ειδοποίησης είναι εκεί που η ειδοποίηση είναι « μη πρακτική» (impracticableκαι όχι εκεί που δεν υπήρξε καμία απολύτως συνεννόηση ή πρόσκληση.

Στην Ελλάδα, ο Νόμος 4703/2020, αναφέρεται σε «αυθόρμητες» και σε «έκτακτες» δημόσιες συναθροίσεις.  Ως αυθόρμητες ορίζονται οι συναθροίσεις που πραγματοποιούνται χωρίς προηγούμενη συνεννόηση ή πρόσκληση με αφορμή την επέλευση συγκεκριμένου αιφνίδιου γεγονότος, κοινωνικής σημασίας. Ως έκτακτες ορίζονται εκείνες όπου, ένεκα απρόβλεπτου, τρέχοντος ή επικείμενου γεγονότος, καθίσταται αδύνατη η τήρηση της υποχρέωση γνωστοποίησης. Τόσο οι αυθόρμητες όσο και οι έκτακτες συναθροίσεις εξαιρούνται από την υποχρέωση γνωστοποίησης.

 Ο όρος «αυθόρμητη συγκέντρωση» πρέπει, επίσης, να περιλαμβάνει ρητά και την αντί-διαδήλωση. Σύμφωνα με την έκθεση της Επιτρόπου Νομοθεσίας (σελ. 25): «Στο πεδίο προστασίας του άρθρου 21 περιλαμβάνονται και οι αντιδιαδηλώσεις, δηλ. συναθροίσεις που λαμβάνουν χώρα για να εκφράσουν την αντίθεσή τους σε μια άλλη συνάθροιση που πραγματοποιείται παράλληλα» (πρόκειται για απόσπασμα από το  Γενικό Σχόλιο Αρ. 37 (2020) για το Δικαίωμα του Συνέρχεσθαι Ειρηνικώς της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ).


03 – Ειδοποίηση για παρελάσεις και συγκεντρώσεις

1) Οργανωτής που επιθυμεί ή προτίθεται να οργανώσει παρέλαση ή συγκέντρωση, αποστέλλει για τον σκοπό αυτό γραπτή ειδοποίηση στην αρμόδια αρχή.

(2) Η ειδοποίηση αποστέλλεται σε ηλεκτρονική ή έντυπη μορφή, τουλάχιστον 7 ημέρες πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η παρέλαση ή η συγκέντρωση προγραμματίζεται να πραγματοποιηθεί.

 

 


Όπως αναφέρθηκε στο πρώτο σχόλιο, ο καθορισμός της τοπικής αρχής ως αρμόδια για να λαμβάνει ειδοποιήσεις δημιουργεί αδικαιολόγητο γραφειοκρατικό βάρος στους οργανωτές, κατά παράβαση των συστάσεων της Επιτρόπου Νομοθεσίας (σελ. 29 της σχετικής έκθεσης της) .

Η πρόνοια επίσης δεν ξεκαθαρίζει τον τρόπο αποστολής της ειδοποίησης. Το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο δεν είναι πάντα έγκυρος τρόπος αποστολής διότι εναπόκειται στον παραλήπτη να αποφασίσει αν θα εκδώσει βεβαίωση λήψης. Πρέπει να υπάρχει συγκεκριμένoς διαδικτυακός σύνδεσμος, προσβάσιμος σε μια επίσημη ιστοσελίδα με ένα κλικ, συν ένα τηλέφωνο με αυτόματο τηλεφωνητή όπου μπορούν να αφήνουν την ειδοποίηση τα άτομα χωρίς πρόσβαση στο διαδίκτυο. Ο σύνδεσμος και ο αριθμός τηλεφώνου πρέπει να είναι εύκολος στην ανεύρεση μέσω google, να είναι γνωστός στην κοινωνία και να μην χρειάζεται χρονοβόρα έρευνα εντοπισμού του.

 Οι αρχές της Βενετίας προβλέπουν (παρα. 116):

«Οποιαδήποτε διαδικασία κοινοποίησης δεν θα πρέπει να είναι επαχθής ή γραφειοκρατική, καθώς αυτό θα υπονομεύσει την ελευθερία αποθαρρύνοντας όσους θα ήθελαν να πραγματοποιήσουν μια συγκέντρωση. Επιπλέον, η περίοδος ειδοποίησης δεν θα πρέπει να είναι αδικαιολόγητα μακρά (συνήθως όχι περισσότερο από μερικές ημέρες), αλλά θα πρέπει ακόμη να επιτρέπει επαρκή χρόνο πριν από την κοινοποιηθείσα ημερομηνία της συγκέντρωσης ώστε οι αρμόδιες κρατικές αρχές να σχεδιάσουν και να προετοιμαστούν για την εκδήλωση (για παράδειγμα, με την ανάπτυξη αστυνομικών, εξοπλισμού κ.λπ.). "»
[“Any notification process should not be onerous or bureaucratic, as this would undermine the freedom by discouraging those who might wish to hold an assembly. Furthermore, the period of notice should not be unnecessarily lengthy (normally no more than a few days), but should still allow adequate time prior to the notified date of the assembly for the relevant State authorities to plan and prepare for the event (for example, by deploying police officers, equipment etc). »]

 Οι 7 μέρες προειδοποίησης που προνοεί το νομοσχέδιο είναι υπερβολικές και αχρείαστες. Η αστυνομία δε χρειάζεται 7 ολόκληρες μέρες για να διευθετήσει την αστυνόμευση μιας συνάθροισης. Η πρόνοια για 7 μέρες προειδοποίηση είναι τιμωρητική και στην ουσία ποινικοποιεί τις περισσότερες συναθροίσεις. Στις πλείστες χώρες της ΕΕ η προειδοποίηση κινείται μεταξύ 3 ημερών και 24 ωρών. Δεν εντοπίσαμε καμία χώρα οπου η προειδοποίηση είναι 7 μέρες.

 

03 – Ειδοποίηση για παρελάσεις και συγκεντρώσεις

(5) (α) Αυθόρμητη συγκέντρωση για την οποία δεν έχει δοθεί γραπτή ειδοποίηση σύμφωνα με τον παρόν άρθρο, επιτρέπεται, εφόσον δεν υφίσταται κίνδυνος ότι με την πραγματοποίηση της απειλείται η διασάλευση της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας τάξης.
(β) Στην περίπτωση αυθόρμητης συγκέντρωσης, ο Αρχηγός της Αστυνομίας καλεί τους συμμετέχοντες να ορίσουν οργανωτή, εφόσον οι υφιστάμενες συνθήκες το επιτρέπουν, ενώ δύναται να επιβάλει περιορισμούς σύμφωνα με το άρθρο 6 του παρόντος Νόμου.
(γ) Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τους επιβληθέντες περιορισμούς, σύμφωνα με το άρθρο 6 του παρόντος Νόμου, ο Αρχηγός της Αστυνομίας ή ο Υπουργός, ανάλογα με την περίπτωση, δύναται να προβεί στη διάλυση της συγκέντρωσης, κατόπιν προφορικής ή γραπτής διαταγής.


Συμφωνα με τις αρχές της Βενετίας, όσο περισσότερες μέρες είναι η ειδοποίηση που προβλέπει ο νομος, τόσο αυξημένο θα πρέπει να θεωρείται το τεκμήριο της νομιμης αυθόρμητης συγκέντρωσης. Δηλαδή, μια συγκέντρωση που, συμφωνα με τους οργανωτές, χρειάζεται να γινει εντός 1-6 μέρες, θα πρέπει να θεωρείται ως αυθόρμητη και επομένως να εξαιρείται από την υποχρεώση γνωστοποίησης στις αρχές. Δεν γινεται η υποχρεώση γνωστοποίησης να λειτουργεί ως μέσο απαγόρευσης της συνάθροισης.

«Οι αυθόρμητες συναθροίσεις πρέπει να είναι νόμιμες και πρέπει να θεωρούνται αναμενόμενο (και όχι εξαιρετικό) χαρακτηριστικό μιας υγιούς δημοκρατίας. Φυσικά, η ικανότητα του διοργανωτή να τηρήσει μια προθεσμία για προηγούμενη γνωστοποίηση θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια της ίδιας της απαιτούμενης περιόδου γνωστοποίησης (και οι απαιτήσεις αυτές διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των συμμετεχόντων κρατών). Οι νόμοι που ρυθμίζουν την ελευθερία του συνέρχεσθαι θα πρέπει να προβλέπουν ρητά είτε εξαίρεση από τις απαιτήσεις προηγούμενης κοινοποίησης για αυθόρμητες συγκεντρώσεις (όπου η εκ των προτέρων κοινοποίηση είναι ανέφικτη), είτε συντομευμένη περίοδο κοινοποίησης (σύμφωνα με την οποία ο διοργανωτής πρέπει να ενημερώνει τις αρχές το συντομότερο δυνατό)(παρα. 128)»

[«Spontaneous assemblies should be lawful, and are to be regarded as an expectable (rather than exceptional) feature of a healthy democracy. Of course, the organiser’s ability to meet a deadline for prior notification will depend on the length of the required notification period itself (and these requirements vary significantly between participating States). Laws regulating freedom of assembly should explicitly provide either for exemption from prior notification requirements for spontaneous assemblies (where giving advance notice is impracticable), or for a shortened notification period (whereby the organiser must notify the authorities as soon as is practicable)»(παρα. 128)]

Νομολογία του ΕΔΑΔ διευκρίνισε ότι το δικαίωμα στην πραγματοποίηση αυθόρμητων εκδηλώσεων μπορεί να υπερισχύσει του υποχρέωση προηγούμενης γνωστοποίησης όταν μια άμεση ανταπόκριση σε ένα τρέχον γεγονός μπορεί να δικαιολογείται εάν η καθυστέρηση θα καθιστούσε η αντίδραση αυτή παρωχημένη [Bukta and Others v. Hungary (2007), Éva Molnár v. Hungary (2008)]

 «Η διασάλευση της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας τάξης» είναι ασαφείς όροι που μπορεί να τυγχάνουν αυθαίρετης ερμηνείας από την αστυνομία. Ο μόνος νόμιμος λόγος για διάλυση της συγκέντρωσης, είναι η χρήση βίας ή η εύλογη υποψία για τη χρήση βίας. Οι αρχες της Βενετίας κατέστησαν σαφές ότι τα κράτη οφείλουν να προστατεύουν και να διευκολύνουν μια συνάθροιση νοουμένου ότι είναι ειρηνηκή, ανεξάρτητα από το αν δώθηκαν ή όχι ειδοποιήσεις με τον τροπο που προβλεπει η εθνική νομοθεσία. Κριτήριο είναι ο ειρηνικός χαρακτήρας της συγκέντρωσης και όχι το κατά πόσον δώθηκε προειδοποίση. Το ΕΔΑΔ ξεκαθάρισε ότι "η απόφαση να να διαλύσει τέτοιες συγκεντρώσεις μόνο και μόνο λόγω της απουσίας της απαιτούμενης προηγούμενης ειδοποίησης χωρίς καμία παράνομη συμπεριφορά των συμμετεχόντων, συνιστά δυσανάλογο περιορισμό στην ελευθερία του ειρηνικού συνέρχεσθαι» (Bukta v. Hungary (2007) παρα.36) .

 Η Επίτροπος Νομοθεσίας αναφέρει στην σελ. 33:

«Το ΕΔΑΔ αναγνωρίζει ότι τα κράτη έχουν τη διακριτική ευχέρεια να εκτιμήσουν αν η προτεινόμενη συνάθροιση θέτει σε κίνδυνο τη δημόσια ασφάλεια, εθνική ασφάλεια, κλπ., γεγονός που θα μπορούσε να δικαιολογήσει περιορισμό ή απαγόρευση, αλλά το τεκμήριο πρέπει να είναι ότι επιτρέπεται η διεξαγωγή κάθε ειρηνικής συνάθροισης [..]»

 

 

03 – Ειδοποίηση για παρελάσεις και συγκεντρώσεις

 (6) Οι πρόνοιες των εδαφίων (1), (2) και (3) του παρόντος άρθρου, δεν εφαρμόζονται σε παρελάσεις ή συγκεντρώσεις που πραγματοποιούνται -

    (α) για θρησκευτικούς, αθλητικούς και ψυχαγωγικούς σκοπούς·

    (β) για σκοπούς εορτασμού εθνικών επετείων και εορτασμού της Πρωτομαγιάς·

    (γ) από πολιτικά κόμματα ή Συντεχνίες εγγεγραμμένες δυνάμει του περί Συντεχνιών Νόμου.

 


Η πρόταση στο νομοσχέδιο παραβιάζει το άρθρο 28 του Συντάγματος. Δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για την ευνοϊκή μεταχείριση που το νομοσχέδιο επιφυλάσσει σε συγκεκριμένες κατηγορίες ομάδων. Το δικαίωμα στη συνάθροιση δε μπορεί να εξαρτάται και να τίθεται σε διαφορετικούς περιορισμούς ανάλογα με το στόχο ή τους διοργανωτές. Ότι ισχύει, για ένα, πρέπει να ισχύει για όλους.

 Η έκθεση της Επιτρόπου Νομοθεσίας αναφέρει στη σελ. 27:

 «Με την επιφύλαξη ότι η συνάθροιση πρέπει να είναι ειρηνική, η απόλαυση και προστασία του δικαιώματος δεν εξαρτάται από το αντικείμενο ή τον σκοπό της συνάθροισης. Ο σκοπός της συνάθροισης μπορεί να είναι πολιτικός, θρησκευτικός, πνευματικός, ιδεολογικός, κοινωνικός, ή άλλος, αφού την ίδια στιγμή το Σύνταγμα προστατεύει την ελευθερία έκφρασης

(άρθρο 19), και συνεπώς είναι δυνατή η διοργάνωση και διεξαγωγή συνάθροισης που μπορεί να ενοχλήσει ή να προσβάλει τις αξίες μια άλλης ομάδας ατόμων»..

 Οι θετικές υποχρεώσεις των κρατών περιλαμβάνουν την υποχρέωση διευκόλυνσης των ειρηνικών συναθροίσεων, αφού τα κράτη πρέπει να επιτρέπουν στους συμμετέχοντες να επιτύχουν τους στόχους τους, μέσω της προώθησης ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος για την άσκηση του δικαιώματος της ειρηνικής συνάθροισης χωρίς διακρίσεις, (σελ. 26).. Τα κράτη πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι νόμοι και η ερμηνεία και η εφαρμογή τους δεν οδηγούν σε διακρίσεις κατά την απόλαυση του δικαιώματος της ειρηνικής συνάθροισης, και πρέπει να καταβληθούν ιδιαίτερες προσπάθειες για να εξασφαλιστεί η ισότιμη και αποτελεσματική διευκόλυνση και προστασία του δικαιώματος της ειρηνικής συνάθροισης ατόμων που είναι μέλη ομάδων που υφίστανται ή έχουν υποστεί διακρίσεις ή που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν ιδιαίτερες προκλήσεις κατά τη συμμετοχή σε συνελεύσεις.

 Η Επίτροπος Νομοθεσίας θεωρεί ως θεμιτή την εξαίρεση από την προϋπόθεση προηγούμενης γνωστοποίησης τις υποχρεώσεις ειδοποιήσεων μόνο για τις υπαίθριες εκκλησιαστικές λειτουργίες, εκκλησιαστικές πομπές, εκκλήσεις και προσκυνήματα, κηδείες, πομπές γάμου και παραδοσιακά λαϊκά πανηγύρια (σελ. 40).

 Οι αρχές της Βενετίας προβλέπουν:

 "Μη διάκριση

Η ελευθερία του ειρηνικού συνέρχεσθαι πρέπει να απολαμβάνεται εξίσου από όλους. Κατά τη ρύθμιση της ελευθερίας του συνέρχεσθαι, οι αρμόδιες αρχές δεν πρέπει να κάνουν διακρίσεις εις βάρος οποιουδήποτε ατόμου ή ομάδας για οποιονδήποτε λόγο. Η ελευθερία οργάνωσης και συμμετοχής σε δημόσιες συνελεύσεις πρέπει να διασφαλίζεται σε άτομα, ομάδες, μη εγγεγραμμένες ενώσεις, νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες- σε μέλη μειονοτικών εθνοτικών, εθνικών, σεξουαλικών και θρησκευτικών ομάδων- σε υπηκόους και μη υπηκόους (συμπεριλαμβανομένων των απάτριδων, των προσφύγων, των αλλοδαπών, των αιτούντων άσυλο, των μεταναστών και των τουριστών)- σε παιδιά, σε γυναίκες και άνδρες- στο προσωπικό επιβολής του νόμου και σε άτομα χωρίς πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, συμπεριλαμβανομένων των ατόμων με ψυχική ασθένεια."

 [“Non-discrimination

Freedom of peaceful assembly is to be enjoyed equally by everyone. In regulating freedom of assembly, the relevant authorities must not discriminate against any individual or group on any ground. The freedom to organise and participate in public assemblies must be guaranteed to individuals, groups, unregistered associations, legal entities and corporate bodies; to members of minority ethnic, national, sexual and religious groups; to nationals and non-nationals (including stateless persons, refugees, foreign nationals, asylum seekers, migrants and tourists); to children, to women and men; to law enforcement personnel, and to persons without full legal capacity, including persons with a mental illness.”]

 Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ αναφέρει πως τα κράτη πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι νόμοι και η ερμηνεία και εφαρμογή τους δεν οδηγούν σε διακρίσεις στην άσκηση του δικαιώματος του ειρηνικού συνέρχεσθαι, για παράδειγμα βάσει της φυλής, του χρώματος, της εθνικότητας, της ηλικίας, του φύλου, της γλώσσας, της περιουσίας, της θρησκείας ή των πεποιθήσεων, των πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής καταγωγής, γέννησης, μειονοτικής, αυτόχθονης ή άλλης ιδιότητας, αναπηρίας, σεξουαλικής προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου ή άλλου καθεστώτος (General comment No. 37 (2020) on the right of peaceful assembly article 21, σελ. )

 H διαφοροποίηση που εισάγει το νομοσχέδιο δεν συνάδει με τις πιο πάνω αρχές.

 

 4. Υποχρεώσεις Οργανωτή.

Ο οργανωτής της παρέλασης ή συγκέντρωσης υποχρεούται να μεριμνά για την ομαλή διεξαγωγή της λαμβάνοντας κάθε αναγκαίο και πρόσφορο μέτρο, και ιδίως-

 (α) να συνεργάζεται συνεχώς με την αρμόδια αρχή ή την Αστυνομία και ιδίως με τον Υπεύθυνο Αξιωματικό και να συμμορφώνεται στις υποδείξεις τους, παρέχοντας τη συνδρομή του για την τήρηση της τάξης και την ομαλή πραγματοποίηση της παρέλασης ή συγκέντρωσης,

 (β) να ενημερώνει τους συμμετέχοντες στην παρέλαση ή συγκέντρωση για την υποχρέωση τους να μην φέρουν αντικείμενα πρόσφορα για την άσκηση βίας, και ζητά την παρέμβαση της Αστυνομίας για την απομάκρυνση των ατόμων που φέρουν τέτοια αντικείμενα.

 


Οι διοργανωτές δεν γίνεται να επιβαρύνονται με καθήκοντα αστυνόμευσης της συγκέντρωσης, ούτε θα πρέπει να θεωρούνται υπεύθυνοι για την παράνομη συμπεριφορά άλλων ή να θεωρούνται υπεύθυνοι για τη διατήρηση της δημόσιας τάξης. Ευθύνη υπάρχει μόνο όταν οι διοργανωτές (ή οι επόπτες) έχουν προσωπικά και σκόπιμα υποκινήσει, προκαλέσει ή συμμετέχει στην πρόκληση πραγματικής ζημιάς ή διαταραχή (βλ. σελ. 41, Έκθεση Επιτρόπου Νομοθεσίας).

 Η υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις υποδείξεις της αστυνομίας θα πρέπει να εξαρτάται από το κατά πόσον οι υποδείξεις είναι νόμιμες. Πχ όταν η αστυνομία διατάξει τη διάλυση μιας ειρηνικής συνάθροισης, αυτό δεν μεταφράζεται σε υποχρέωση του διοργανωτή να συμμορφωθεί διότι οι ειρηνικές συναθροίσεις προστατεύονται από το διεθνές δίκαιο.

 Ο νόμος οφείλει να ορίζει ποια είναι τα απαγορευμένα και ποια τα επιτρεπόμενα αντικείμενα για να περιοριστεί η αυθαίρετη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας της αστυνομίας. Η Επίτροπος Νομοθεσίας αναφέρει τις μάσκες αερίου και τα κράνη ως επιτρεπόμενα, αφού πρόκειται για προστατευτικό και όχι επιθετικό εξοπλισμό. Η κάλυψη του προσώπου ή του κεφαλιού, οι σημαίες (νοουμένου ότι δεν προβάλλουν ρατσιστικά ή φασιστικά σύμβολα) επίσης οφείλουν να επιτρέπονται ως άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης.

 Σε κάθε περίπτωση, είναι άτοπο οι διοργανωτές να επιφορτίζονται με την υποχρέωση να ζητούν από την αστυνομία που είναι παρούσα την απομάκρυνση ατόμων που φέρουν «απαγορευμένα» αντικείμενα, αφού η αστυνομία είναι, προφανώς, παρούσα και μπορεί από μόνη της να τους απομακρύνει χωρίς το αίτημα των διοργανωτών.

 Eίναι επίσης άστοχο να πρέπει οι οργανωτές να ενημερώνουν τους συμμετέχοντες ως προς το ποια αντικείμενα μπορούν ή δε μπορούν να φέρουν. Η υποχρέωση γνώσης της κείμενης νομοθεσίας είναι υποχρέωση του κάθε ατόμου και οι οργανωτές δεν γίνεται να επιφορτίζονται με την υποχρέωση ενημέρωσης του κοινού για τις πρόνοιες της νομοθεσίας. Για το σκοπό αυτό, η Επίτροπος Νομοθεσίας συνέστησε την δημιουργία κυβερνητικής πλατφόρμας που θα παρέχει έγκυρες πληροφορίες σχετικά με συναθροίσεις, το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο και τις διαδικασίες αστυνόμευσης των συναθροίσεων (σελ. 41).

 

 

6. Επιβολή περιορισμών.

(1) Σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή, σταθμίζοντας όλες τις σχετικές περιστάσεις, κάτω από τις οποίες αναμένεται να πραγματοποιηθεί παρέλαση ή συγκέντρωση, κρίνει ότι δυνατόν να καταστεί αναγκαία για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος η επιβολή περιορισμών, συγκαλεί υπό την προεδρία της σύσκεψη, στην οποία καλούνται να παραστούν ο οργανωτής ή εκπρόσωπος του, και ο Αρχηγός της Αστυνομίας ή εκπρόσωπος του, για συζήτηση του θέματος κατά πόσο επιβάλλεται ή όχι η επιβολή περιορισμών και οι περιορισμοί που προτείνονται.

 (2) Εάν κατά τη σύσκεψη υπάρξει ομοφωνία μεταξύ αρμόδιας αρχής, Αστυνομίας και οργανωτή ως προς τους περιορισμούς που πρέπει να επιβληθούν, η αρμόδια αρχή δύναται να επιβάλει περιορισμούς. Σε περίπτωση που δεν υπάρξει τέτοια ομοφωνία, είτε λόγω απουσίας του οργανωτή, είτε διαφωνίας του για επιβολή των προτεινόμενων περιορισμών, αλλά υπάρχει σύμφωνη γνώμη αρμόδιας αρχής και Αστυνομίας, η αρμόδια αρχή παραπέμπει το θέμα στον Υπουργό, ο οποίος δύναται, στην περίπτωση που συμφωνήσει με τις απόψεις της αρμόδιας αρχής, να επιβάλει περιορισμούς.

 

(3) Οι περιορισμοί που δύναται να επιβάλει η αρμόδια αρχή ή ο Υπουργός ανάλογα με την περίπτωση, δυνάμει του εδαφίου (2), θα πρέπει να είναι απόλυτα αναγκαίοι προς το συμφέρον της ασφάλειας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξης ή της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας τάξης ή της πρόληψης του εγκλήματος ή της δημόσιας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της προστασίας των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων προσώπων, ανεξάρτητα αν τα πρόσωπα αυτά μετέχουν ή όχι στην παρέλαση ή τη συγκέντρωση, και ειδικότερα να είναι αναγκαίοι για να προληφθεί αναταραχή, ζημιά ή εκφοβισμός άλλων προσώπων.

 

(4) Η αρμόδια αρχή ή ο Υπουργός, για τη λήψη της απόφασης για επιβολή περιορισμών, λαμβάνουν υπόψη, ιδίως-

(α) τον εκτιμώμενο αριθμό συμμετεχόντων·

(β) την περιοχή πραγματοποίησης της παρέλασης ή συγκέντρωσης·

(γ) τον βαθμό επικινδυνότητας αυτής, ως προς την πιθανότητα διάπραξης σοβαρών αδικημάτων·

(δ) την πραγματοποίηση άλλης παρέλασης ή συγκέντρωσης ή εκδήλωσης, με κίνδυνο αντιπαράθεσης ή συμπλοκής·

(ε) τις συμπεριφορές που παρατηρήθηκαν σε προηγούμενες παρελάσεις ή συγκεντρώσεις του οργανωτή.

 (5) Οι περιορισμοί που δύναται να επιβάλει η αρμόδια αρχή ή ο Υπουργός αφορούν, μεταξύ άλλων, την πορεία της παρέλασης ή συγκέντρωσης, τον χρόνο ή τον χώρο της παρέλασης ή συγκέντρωσης ή την κατάληψη μόνο μέρους του οδοστρώματος ή άλλου δημόσιου ανοιχτού μη περιτοιχισμένου χώρου ή την απαγόρευση διέλευσης ή εισόδου σε οποιοδήποτε δημόσιο χώρο ή τη μη παρακώλυση της κυκλοφορίας και της πρόσβασης σε δημόσιες υπηρεσίες, οργανισμούς κοινής ωφελείας ή νοσηλευτήρια.

 (6) Η απόφαση με τους περιορισμούς αποστέλλεται εγκαίρως στον οργανωτή με τον ίδιο τρόπο που καθορίζεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 3 του παρόντος Νόμου για την αποστολή ειδοποίησης.

 

(7) Η απόφαση της αρμόδιας αρχής ή του Υπουργού, ανάλογα με την περίπτωση, πρέπει να είναι αιτιολογημένη.



Η πρόνοια αυτή παραγνωρίζει τη γενική αρχή ότι το κράτος έχει υποχρέωση να προστατεύει και να διευκολύνει την ειρηνική συνάθροιση. Περιορισμοί για λόγους που δεν αφορούν την χρήση βίας είναι παράνομοι διότι παραβιάζουν τον πυρήνα του δικαιώματος της ειρηνικής συνάθροισης. Οι λόγοι που παρατίθενται στο άρθρο αυτό, εκτός από ασαφής (πχ. δημόσιο συμφέρον, δημόσια ήθη) δεν είναι συνυφασμένοι με το μοναδικό επιτρεπόμενο λόγο περιορισμού του δικαιώματος της συνάθροισης, δηλ. τη χρήση βίας.

 Οι αρχές της Βενετίας προβλέπουν:

"Ειρηνικές" συνελεύσεις: Μόνο οι "ειρηνικές" συγκεντρώσεις προστατεύονται από το δικαίωμα στην ελευθερία του συνέρχεσθαι. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δήλωσε ότι "[σ]ην πράξη, ο μόνος τύπος εκδηλώσεων που δεν χαρακτηρίζονται ως "ειρηνικές συγκεντρώσεις" είναι εκείνες στις οποίες οι διοργανωτές και οι συμμετέχοντες προτίθενται να ασκήσουν βία "56. Οι συμμετέχοντες πρέπει επίσης να απέχουν από τη χρήση βίας (αν και η χρήση βίας από μικρό αριθμό συμμετεχόντων δεν θα πρέπει να οδηγεί αυτομάτως στην κατηγοριοποίηση ως μη ειρηνικής μιας κατά τα άλλα ειρηνικής συγκέντρωσης - βλ. παράγραφο 164 κατωτέρω). Επομένως, μια συγκέντρωση θα πρέπει να θεωρείται ειρηνική εάν οι διοργανωτές της έχουν δηλώσει ειρηνικές προθέσεις, και αυτό θα πρέπει να τεκμαίρεται, εκτός εάν υπάρχουν αδιάσειστα και αποδεδειγμένα στοιχεία ότι οι ίδιοι οι διοργανωτές ή οι συμμετέχοντες στη συγκεκριμένη εκδήλωση προτίθενται να χρησιμοποιήσουν, να υποστηρίξουν ή να υποκινήσουν επικείμενη βία".

[“Peaceful’ assemblies: Only ‘peaceful’ assembly is protected by the right to freedom of assembly. The European Court of Human Rights stated that ‘[i]n practice, the only type of events that did not qualify as ‘peaceful assemblies’ were those in which the organisers and participants intended to use violence.’56 Participants must also refrain from using violence (though the use of violence by a small number of participants should not automatically lead to the categorization as non-peaceful of an otherwise peaceful assembly – see paragraph 164 below). An assembly should therefore be deemed peaceful if its organizers have professed peaceful intentions, and this should be presumed unless there is compelling and demonstrable evidence that those organising or participating in that particular event themselves intend to use, advocate or incite imminent violence.”]

 Είναι ξεκάθαρο από το πιο πάνω ότι, για να είναι νόμιμοι οι περιορισμοί, πρέπει να υπάρχουν αδιάσειστα αποδεικτικά στοιχεία ότι οι ίδιοι οι διοργανωτές ή οι συμμετέχοντες στη συγκεκριμένη εκδήλωση (και όχι σε προηγούμενη) προτίθενται να χρησιμοποιήσουν βία. Παράγοντες όπως η περιοχή και ο εκτιμώμενος αριθμός των συμμετεχόντων δε μπορούν να αποτελούν κριτήρια για περιορισμούς, αφού δεν παραπέμπουν σε χρήση βίας.

 Οι αρχές της Βενετίας προβλέπουν τη δυνατότητα στις αρχές να περιορίζουν τις συναθροίσεις για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας, προστασίας της υγείας, προστασίας των ηθών, προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών άλλων και εθνικής ασφάλειας, αλλά η ερμηνεία που αποδίδεται σε αυτούς τους όρους είναι περιοριστική και συγκεκριμένη και δεν εμπεριέχει διακριτική ευχέρεια. Για το ζήτημα της δημόσιας τάξης, οι αρχές της Βενετίας αναφέρουν ότι  δεν πρέπει να αξιοποιηθεί αυτή ως δικαιολογία  για την απαγόρευση ή την διάλυση ειρηνικών συγκεντρώσεων. Ούτε ένας υποθετικός κίνδυνος δημόσιας διατάραξης, ούτε η παρουσία εχθρικού ακροατηρίου αποτελούν νόμιμους λόγους για την απαγόρευση μιας ειρηνικής συγκέντρωσης. Α priori περιορισμοί που επιβάλλονται με βάση την πιθανότητα μικρών επεισοδίων βίας είναι πιθανόν να είναι δυσανάλογοι και επομένως παράνομοι. Κάθε μεμονωμένο ξέσπασμα βίας θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με μεταγενέστερη σύλληψη και ποινική δίωξη και όχι με εκ των προτέρων απαγόρευση. Το ΕΔΑΔ έχει σημειώσει ότι "ένα άτομο δεν παύει να απολαμβάνει το δικαίωμα του ειρηνικού συνέρχεσθαι ως αποτέλεσμα σποραδικής βίας ή άλλων.  Απαιτούνται αδιάσειστα και αποδεικτικά στοιχεία ότι όσοι οργανώνουν ή συμμετέχουν στη συγκεκριμένη εκδήλωση θα ασκήσουν οι ίδιοι βία. Σε περίπτωση που υπάρχουν αποδείξεις δυνητικής βίας, πρέπει να δοθεί στον διοργανωτή πλήρης και δίκαιη ευκαιρία να τις αντικρούσει υποβάλλοντας στοιχεία ότι η συγκέντρωση θα είναι ειρηνική (παράγραφος 71 των αρχών της Βενετίας).

 Για το ζήτημα της δημόσιας υγείας, οι αρχές της Βενετίας αναφέρουν ότι  στις σπάνιες περιπτώσεις στις οποίες η υγεία μπορεί να αποτελεί κατάλληλη βάση για τον περιορισμό συναθροίσεων, οι περιορισμοί αυτοί δεν θα πρέπει να επιβάλλονται, εκτός εάν άλλες παρόμοιες συγκεντρώσεις ατόμων περιορίζονται επίσης δηλ., παρόμοιοι περιορισμοί θα πρέπει επίσης να έχουν εφαρμοστεί για τα σχολεία, τις συναυλίες, τις αθλητικές εκδηλώσεις και σε άλλες παρόμοιες δραστηριότητες όπου συνήθως συγκεντρώνονται άνθρωποι (παράγραφος 77 των αρχών της Βενετίας).

  Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ (παρα.41, σελίδα 7) ξεκαθαρίζει πως οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να περιοριστεί το δικαίωμα της συνάθροισης είναι συγκεκριμένοι και εξαντλητικοί: Η εθνική ασφάλεια, η δημόσια ασφάλεια, η προστασία της υγείας και των ηθών, η προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών άλλων. Η πρόληψη του εγκλήματος, ο αριθμός των συμμετεχόντων, η περιοχή, η πραγματοποίηση άλλης παρέλασης ή εκδήλωσης και συμπεριφορές σε προηγούμενες συγκεντρώσεις δεν κατατάσσονται σε αυτές. Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ παρέχει πολύ συγκεκριμένους ορισμούς για την έννοια των όρων «εθνική ασφάλεια, δημόσια ασφάλεια, προστασία της υγείας και των ηθών, προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών άλλων». Τα «συμφέροντα της εθνικής ασφάλειας» μπορούν να χρησιμεύσουν ως λόγος για περιορισμούς, εάν οι εν λόγω περιορισμοί είναι απαραίτητοι για τη διατήρηση της ικανότητας του κράτους να προστατεύει την ύπαρξη του έθνους, την εδαφική ακεραιότητα ή την πολιτική του ανεξαρτησία έναντι αξιόπιστης απειλής ή χρήσης βίας. Η προστασία της "δημόσιας ασφάλειας" μπορεί να αποτελέσει λόγο περιορισμού της δικαιώματος ειρηνικής συνάθροισης, μόνο αν αποδεικνύεται ότι η συνάθροιση δημιουργεί πραγματικό και σημαντικό κίνδυνο για τη ζωή και την ασφάλεια προσώπων ή παρόμοιο κίνδυνο σοβαρής ζημίας σε περιουσία. Οι περιορισμοί στις ειρηνικές συγκεντρώσεις θα πρέπει να επιβάλλονται μόνο κατ' εξαίρεση για την προστασία των «ηθών». Εάν χρησιμοποιείται, ο λόγος αυτός δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για την προστασία αντιλήψεων περί ηθικής που απορρέουν αποκλειστικά από μία μόνο κοινωνική, φιλοσοφική ή θρησκευτική παράδοση. Αντίθετα, κάθε τέτοιος περιορισμός πρέπει να γίνεται κατανοητός υπό το πρίσμα της οικουμενικότητας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πλουραλισμού και της αρχής της μη διάκρισης. Οι περιορισμοί που βασίζονται σε αυτόν τον λόγο δεν μπορούν, για παράδειγμα, να επιβληθούν λόγω εναντίωσης σε εκφράσεις σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου. Σε γενικές γραμμές, η Επιτροπή αναφέρει εμφατικά ότι τα συμβαλλόμενα κράτη θα πρέπει να μην βασίζονται σε έναν ασαφή ορισμό των λόγων για τους οποίους μπορεί να περιοριστεί το δικαίωμα στη συνάθροιση για να δικαιολογήσουν υπερβολικούς περιορισμούς του δικαιώματος του ειρηνικού συνέρχεσθαι. Η δε παρακώλυση της κυκλοφορίας και η διατάραξη της καθημερινής ζωής θεωρούνται από την Επιτροπή ως αναπόφευκτα και αποδεκτά για σκοπούς εφαρμογής του δικαιώματος της συνάθροισης.

 Από το νομοσχέδιο απουσιάζει ο ανεξάρτητος μηχανισμός εξέτασης ενστάσεων σε περίπτωση που οι αρχές επιβάλλουν περιορισμούς που δυνητικά υπερβαίνουν τα πρότυπα που θέτει το Διεθνές Δίκαιο.  Σύμφωνα με την Έκθεση της Επιτρόπου Νομοθεσίας (σελ. 42):

«Προσφυγή κατά απόφασης αρμόδιας αρχής: σε περίπτωση περιορισμού ή απαγόρευσης συνάθροισης από την αρμόδια αρχή, που θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να προβλέπονται από το νόμο και να είναι απαραίτητα μέτρα σε μια δημοκρατική κοινωνία (ως σημειώνεται πιο πάνω), ο αιτητή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προσβάλει την απόφαση, εάν θεωρεί ότι ο περιορισμός ή η απαγόρευση είναι δυσανάλογος/η, αυθαίρετος/η ή παράνομος/η. Οι αποφάσεις επί των προσφυγών θα πρέπει να εκδίδονται έγκαιρα, έτσι ώστε το ζήτημα να επιλυθεί πριν την προγραμματισμένη συνάθροιση.»

7. Αδικήματα

(1) Οργανωτής που παραλείπει να αποστείλει την προβλεπόμενη στο εδάφιο (2) του άρθρου 3 ειδοποίηση ή που διοργανώνει παρέλαση ή συγκέντρωση κατά τρόπο που διαφέρει ουσιωδώς από τον προβλεπόμενο στην ειδοποίηση, διαπράττει ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με χρηματική ποινή €2,000.

 (2) Κάθε πρόσωπο που λαμβάνει μέρος σε παρέλαση ή συγκέντρωση που, εν γνώσει του, πραγματοποιείται κατά παράβαση περιορισμών που επιβλήθηκαν δυνάμει του άρθρου 6 του παρόντος Νόμου, διαπράττει ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με χρηματική ποινή €2,000.

 


Η πρόνοια αυτή παραβιάζει τον πυρήνα του δικαιώματος της συνάθροισης και πρέπει να απαλειφθεί. Συμφωνα με την Επιτροπή Ανθρωπίνων δικαιωμάτων του ΟΗΕ (παρα. 70-71) : 

"Η υποχρέωση να ζητείται άδεια από τις αρχές υπονομεύει την ιδέα ότι η ειρηνική συνάθροιση αποτελεί βασικό δικαίωμα. Τα συστήματα κοινοποίησης που απαιτούν από όσους προτίθενται να οργανώσουν ειρηνική συγκέντρωση να ενημερώνουν εκ των προτέρων τις αρχές και να παρέχουν ορισμένες σημαντικές λεπτομέρειες είναι επιτρεπτά στο βαθμό που είναι απαραίτητο για να βοηθήσουν τις αρχές να διευκολύνουν την ομαλή διεξαγωγή ειρηνικών συγκεντρώσεων και να προστατεύσουν τα δικαιώματα των άλλων. Ταυτόχρονα, η απαίτηση αυτή δεν πρέπει να χρησιμοποιείται καταχρηστικά για την καταστολή ειρηνικών συγκεντρώσεων και, όπως και στην περίπτωση άλλων παρεμβάσεων στο δικαίωμα, πρέπει να δικαιολογείται από τους λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο 21. Η επιβολή των απαιτήσεων κοινοποίησης δεν πρέπει να γίνεται αυτοσκοπός. Οι διαδικασίες κοινοποίησης πρέπει να είναι διαφανείς, όχι αδικαιολόγητα γραφειοκρατικές, οι απαιτήσεις τους από τους διοργανωτές πρέπει να είναι ανάλογες με τον πιθανό δημόσιο αντίκτυπο της συγκεκριμένης συγκέντρωσης και πρέπει να είναι δωρεάν. Η παράλειψη κοινοποίησης στις αρχές μιας επικείμενης συγκέντρωσης, όπου απαιτείται, δεν καθιστά την πράξη της συμμετοχής στη συγκέντρωση παράνομη και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται από μόνη της ως βάση για τη διάλυση της συγκέντρωσης ή τη σύλληψη των συμμετεχόντων ή των διοργανωτών ή για την επιβολή αδικαιολόγητων κυρώσεων, όπως η κατηγορία των συμμετεχόντων ή των διοργανωτών για ποινικά αδικήματα. Όταν επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις στους διοργανωτές λόγω μη κοινοποίησης, αυτό πρέπει να δικαιολογείται από τις αρχές. Η έλλειψη κοινοποίησης δεν απαλλάσσει τις αρχές από την υποχρέωση, στο πλαίσιο των δυνατοτήτων τους, να διευκολύνουν τη συγκέντρωση και να προστατεύουν τους συμμετέχοντες".

[“Having to apply for permission from the authorities undercuts the idea that peaceful assembly is a basic right. Notification systems requiring that those who intend to organize a peaceful assembly must inform the authorities in advance and provide certain salient details are permissible to the extent necessary to assist the authorities in facilitating the smooth conduct of peaceful assemblies and protecting the rights of others. At the same time, this requirement must not be misused to stifle peaceful assemblies and, as in the case of other interferences with the right, must be justifiable on the grounds listed in article 21. The enforcement of notification requirements must not become an end in itself. Notification procedures should be transparent, not unduly bureaucratic, their demands on organizers must be proportionate to the potential public impact of the assembly concerned, and they should be free of charge. A failure to notify the authorities of an upcoming assembly, where required, does not render the act of participation in the assembly unlawful, and must not in itself be used as a basis for dispersing the assembly or arresting the participants or organizers, or for imposing undue sanctions, such as charging the participants or organizers with criminal offences. Where administrative sanctions are imposed on organizers for failure to notify, this must be justified by the authorities. Lack of notification does not absolve the authorities from the obligation, within their abilities, to facilitate the assembly and to protect the participants.”[

 Η Επιτροπή καθιστά σαφές ότι μια τέτοια τυφλή επιβολή κυρώσεων, βασιζόμενη απλά και μόνο στην παράλειψη ή στην ελλιπή ειδοποίηση,  παραβιάζει το άρθρο 21 του CCPR. Το ίδιο ισχύει και για τους συμμετέχοντες, οι οποίοι, εν πάση περιπτώσει, δεν έχουν τρόπο να γνωρίζουν για τα θέματα ειδοποίησης από μέρους των οργανωτών.


8. Aπαγορεύσεις

(1) Αν η αρμόδια αρχή ή ο Αρχηγός Αστυνομίας εύλογα πιστεύει ότι λόγω ειδικών περιστάσεων που επικρατούν σε συγκεκριμένη περιοχή της Κύπρου ή στην Κύπρο γενικότερα, η επιβολή περιορισμών δυνάμει του άρθρου 6 του παρόντος Νόμου δεν συνιστά αποτελεσματικό μέτρο για την πρόληψη των καταστάσεων που οι πιο πάνω ειδικές περιστάσεις δημιουργούν, και ότι με την πραγματοποίηση παρελάσεων ή συγκεντρώσεων θα απειλείτο η ύπαρξη της Δημοκρατίας, εισηγείται στον Υπουργό έκδοση διατάγματος απαγόρευσης παρελάσεων ή συγκεντρώσεων, ο οποίος θέτει την εισήγηση ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου το οποίο δύναται να εκδώσει σχετικό διάταγμα.

 (2) Το διάταγμα το οποίο εκδίδεται δυνάμει του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, απαγορεύει την πραγματοποίηση παρελάσεων ή συγκεντρώσεων σε οποιαδήποτε περιοχή της Δημοκρατίας για χρονική περίοδο μη υπερβαίνουσα τον ένα μήνα.

 (3) Διατάγματα που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος άρθρου δύναται να ακυρωθούν ή διαφοροποιηθούν με την έκδοση νεότερου διατάγματος.


(4) Διατάγματα που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος άρθρου δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.



 

Οι «ειδικές περιστάσεις» δεν συνιστούν λόγο απαγόρευσης των συναθροίσεων. Πρέπει αποδεδειγμένα να πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 21 του CCPR, δηλ. εθνική ή δημόσια ασφάλεια, η δημόσια τάξη, η προστασία της δημόσιας υγείας ή των ηθών ή η προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων, όπως αυτές ερμηνεύονται από τα αρμόδια όργανα του ΟΗΕ. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται το “blanket ban” για όλες τις συναθροίσεις χωρίς ατομική αξιολόγηση της κάθε περίπτωσης, πόσο μάλλον όταν αυτό εκτείνεται για ένα μήνα ή και περισσότερο. Η πρόνοια αυτή δεν πληροί την αρχή της αναλογικότητας και είναι απίθανο να κριθεί ως νόμιμη από το ΕΔΑΔ σε περίπτωση σχετικής αίτησης.  Πρόκειται για πρόνοια που απαντάται μόνο σε δικτατορικά καθεστώτα και πρέπει να απαλειφθεί εντελώς.

 Οι Αρχες της Βενετίας για τις συναθροίσεις προβλέπουν:

["Αναλογικότητα: Κάθε περιορισμός που επιβάλλεται στην ελευθερία του συνέρχεσθαι πρέπει να είναι αναλογικός. Θα πρέπει πάντα να προτιμάται το λιγότερο παρεμβατικό μέσο για την επίτευξη του νόμιμου στόχου που επιδιώκουν οι αρχές. Η αρχή της αναλογικότητας απαιτεί από τις αρχές να μην επιβάλλουν συστηματικά περιορισμούς που θα αλλοίωναν ριζικά τον χαρακτήρα μιας εκδήλωσης, όπως η μεταφορά των συγκεντρώσεων σε λιγότερο κεντρικές περιοχές μιας πόλης. Η καθολική εφαρμογή νομικών περιορισμών τείνει να είναι υπερβολικά περιεκτική και, ως εκ τούτου, θα αποτύχει στο τεστ αναλογικότητας, επειδή δεν έχουν ληφθεί υπόψη οι ειδικές περιστάσεις της περίπτωσης".

[«Proportionality: Any restrictions imposed on freedom of assembly must be proportional. The least intrusive means of achieving the legitimate objective being pursued by the authorities should always be given preference. The principle of proportionality requires that authorities do not routinely impose restrictions which would fundamentally alter the character of an event, such as relocating assemblies to less central areas of a city. A blanket application of legal restrictions tends to be over-inclusive and will thus fail the proportionality test because no consideration has been given to the specific circumstances of the case.»]


 Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαωμάτων του ΟΗΕ (σελ. 7) αναφέρει:

"Οποιοιδήποτε περιορισμοί στη συμμετοχή σε ειρηνικές συγκεντρώσεις θα πρέπει να βασίζονται σε μια διαφοροποιημένη ή εξατομικευμένη αξιολόγηση της συμπεριφοράς των συμμετεχόντων και της συγκεκριμένης συγκέντρωσης. Οι οριζόντιοι περιορισμοί στις ειρηνικές συγκεντρώσεις είναι κατά τεκμήριο δυσανάλογοι", ενώ στη σελ.10 αναφέρει: "Ως γενικός κανόνας, δεν μπορεί να υπάρξει καθολική απαγόρευση όλων των συγκεντρώσεων στην πρωτεύουσα, σε όλους τους δημόσιους χώρους εκτός από ένα συγκεκριμένο σημείο εντός ή εκτός του κέντρου της πόλης ή σε όλους τους δρόμους μιας πόλης".

[«Any restrictions on participation in peaceful assemblies should be based on a differentiated or individualized assessment of the conduct of the participants and the assembly concerned. Blanket restrictions on peaceful assemblies are presumptively disproportionate», ενώ στη σελ.10 αναφέρει: “As a general rule, there can be no blanket ban on all assemblies in the capital city, in all public places except one specific location within a city or outside the city centre, or on all the streets in a city.”]

 Επιπρόσθετα, κανένας πολίτης δεν διαβάζει τακτικά την Επίσημη Εφημερίδα για σκοπούς ενημέρωσης. Για οτιδήποτε θέλει να επικοινωνήσει η κυβέρνηση οφείλει να τα μεταδώσει μέσω των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης.


9. Διάλυση

(1) Παρέλαση ή συγκέντρωση που βρίσκεται σε εξέλιξη δύναται να διαλυθεί κατόπιν απόφασης του Αρχηγού της Αστυνομίας, σε περίπτωση που:

 (α) πραγματοποιείται κατά παράβαση περιορισμών που επιβλήθηκαν δυνάμει του άρθρου 6 του παρόντος Νόμου,

 (β) πραγματοποιείται παρά την έκδοση διατάγματος απαγόρευσης της δυνάμει του άρθρου 6 του παρόντος Νόμου,

 (γ) ο Υπεύθυνος Αξιωματικός διαβλέπει ότι επίκειται χρήση βίας που ενδέχεται να αλλοιώσει τον ειρηνικό χαρακτήρα της παρέλασης ή συγκέντρωσης, ή διαπιστώνει ότι η παρέλαση ή συγκέντρωση μετατρέπεται σε βίαιη από τους συμμετέχοντες, με την πρόκληση επίθεσης κατά προσώπων, ή την πρόκληση σωματικής βλάβης κατά προσώπων, ή την πρόκληση ζημιάς σε δημόσια ή ιδιωτική περιουσία, ή με τη χρήση βομβών, εκρηκτικών ή άλλων επικίνδυνων μηχανισμών, καπνογόνων, βεγγαλικών, πυροτεχνημάτων, φωτοβολίδων, κροτίδων, παράνομων μαχαιριών, πυροβόλων ή επιθετικών όπλων, ή άλλων επικίνδυνων αντικειμένων.

       Νοείται ότι βία θεωρείται η χρήση σωματικής βίας που είναι πιθανόν να οδηγήσει σε τραυματισμό ή θάνατο ή σε σοβαρή ζημιά στην περιουσία, αλλά δεν περιλαμβάνει απλά σπρωξίματα ή διατάραξη της κυκλοφορίας οχημάτων ή πεζών ή καθημερινών δραστηριοτήτων.

      (2) Η απόφαση διάλυσης, που εκδίδεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο, δύναται να έχει τη μορφή προφορικής ή γραπτής διαταγής.


Δεν είναι ξεκάθαρο αν οι προϋποθέσεις λειτουργούν σωρευτικά ή εναλλακτικά. Ανεξάρτητα από αυτό, διάλυση που διενεργείται για λόγους άλλους από την βία ή την εύλογη υποψία βίας από ή που υποκινείται από τους οργανωτές είναι παράνομη. Η συνάθροιση δεν χάνει τον ειρηνικό της χαρακτήρα επειδή έγινε κατά παράβαση κάποιου διατάγματος (περιορισμού  ή απαγόρευσης), όταν δεν υπάρχει ισχυρό τεκμήριο χρήσης βίας.

 Δεν γίνεται ένα άτομο μόνο (ο υπεύθυνος αξιωματικός) να αποφασίζει χωρίς κριτήρια και χωρίς εύλογη υποψία ότι επίκεται χρήση τέτοιας βίας που ακυρώνει τον ειρηνικό χαρακτήρα της πορείας.

 Οι Αρχές της Βενετίας δεν επιτρέπουν την επιβολή περιορισμών επειδή δεν δόθηκε προειδοποίηση:

"Η υποχρέωση σεβασμού και διασφάλισης ειρηνικών συναθροίσεων επιβάλλει αρνητικά και θετικά καθήκοντα στα κράτη πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τις συνελεύσεις. Το αρνητικό καθήκον συνεπάγεται ότι δεν πρέπει να υπάρχει αδικαιολόγητη παρέμβαση στις ειρηνικές συνελεύσεις. Τα κράτη υποχρεούνται, για παράδειγμα, να μην απαγορεύουν, περιορίζουν, εμποδίζουν, διαλύουν ή διαταράσσουν ειρηνικές συγκεντρώσεις χωρίς επιτακτική αιτιολόγηση, ούτε να επιβάλλουν κυρώσεις στους συμμετέχοντες ή τους διοργανωτές χωρίς νόμιμη αιτία. (σελ.23)

Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να διαλυθεί μια συνέλευση. Στη διάλυση μπορεί να καταφύγει κανείς εάν η συγκέντρωση αυτή καθαυτή δεν είναι πλέον ειρηνική ή εάν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις άμεσης απειλής σοβαρής βίας που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί εύλογα με πιο αναλογικά μέτρα, όπως οι στοχευμένες συλλήψεις (σελ. 85)"

[“The obligation to respect and ensure peaceful assemblies imposes negative and positive duties on States before, during and after assemblies. The negative duty entails that there be no unwarranted interference with peaceful assemblies. States are obliged, for example, not to prohibit, restrict, block, disperse or disrupt peaceful assemblies without compelling justification, nor to sanction participants or organizers without legitimate cause. (σελ.23)]

Only in exceptional cases may an assembly be dispersed. Dispersal may be resorted to if the assembly as such is no longer peaceful, or if there is clear evidence of an imminent threat of serious violence that cannot be reasonably addressed by more proportionate measures, such as targeted arrests (σελ. 85)”]


 Είναι ξεκάθαρο πως μόνο η χρήση βίας από και/ή ωθούμενη από τους οργανωτές μπορεί να δικαιολογήσει τον περιορισμό του δικαιώματος στη δημόσια συνάθροιση, διότι μόνο αυτή μπορεί να ακυρώσει τον ειρηνικό χαρακτήρα μιας συνάθροισης. Βία που ασκείται από μεμονωμένα άτομα στη συγκέντρωση μπορεί να αντιμετωπιστεί από την αστυνομία με ανάλογα και μεμονωμένα μέτρα όπως συλλήψεις των ασκούντων βία, χωρίς να διαλύσει τη συγκέντρωση.

 H σχετική έκθεση της Επιτρόπου Νομοθεσίας ορίζει τον όρο «βία» ως:

“[H] χρήση σωματικής βίας από τους συμμετέχοντες κατά άλλων που είναι πιθανό να οδηγήσει σε τραυματισμό ή θάνατο ή η σοβαρή ζημιά σε περιουσία, αλλά δεν περιλαμβάνει απλά σπρωξίματα ή διατάραξη της κυκλοφορίας οχημάτων ή πεζών ή καθημερινών δραστηριοτήτων. Η μη τήρηση ορισμένων εθνικών νομοθετικών απαιτήσεων από τους διοργανωτές ή τους συμμετέχοντες, σε μια κατά τ’ άλλα ειρηνική συνάθροιση, δεν θέτει τους συμμετέχοντες εκτός του πεδίου εφαρμογής της προστασίας του άρθρου 21. Για να θεωρηθεί μια συνάθροιση βίαιη, η βία πρέπει να προέρχεται από τους συμμετέχοντες. Έτσι, η βία κατά των συμμετεχόντων σε μια ειρηνική συγκέντρωση από τις αρχές ή από προβοκάτορες που ενεργούν για λογαριασμό τους δεν καθιστά τη συγκέντρωση μη ειρηνική. Το ίδιο ισχύει και για τη βία που ασκείται από μέλη του κοινού εναντίον της συνάθροισης ή από συμμετέχοντες σε αντιδιαδηλώσεις. Η απλή μεταφορά αντικειμένων από τους συμμετέχοντες που θεωρούνται ή θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως όπλα ή προστατευτικού εξοπλισμού, όπως μάσκες αερίου ή κράνη, δεν αρκεί για να θεωρηθεί η συμπεριφορά αυτών των συμμετεχόντων βίαιη. Οι συμμετέχοντες μπορούν να καθορίσουν ελεύθερα τον σκοπό μιας συνέλευσης. Τυχόν περιορισμοί από τις αρχές που δύναται να επιβληθούν πρέπει να είναι κατ' αρχήν ουδέτεροι ως προς το περιεχόμενο και δεν πρέπει να βασίζεται στην ταυτότητα των συμμετεχόντων ή στη σχέση τους με τις αρχές»

 Αν τα πυροτεχνήματα θεωρούνται επικίνδυνα, τότε θα πρέπει να υπάρξει συνολική απαγόρευση τους σε όλη την επικράτεια της χώρας από όλους και σε όλες τις περιπτώσεις και όχι μόνο κατά τις συναθροίσεις.

 Το νομοσχέδιο δεν ξεκαθαρίζει ποια μέτρα νομιμοποιείται να λάβει η αστυνομία για να διαλύσει μια συγκέντρωση, αφήνοντας κενά που μπορούν να νομιμοποιήσουν το είδος της αδιάκριτης βίας που ασκήθηκε από την αστυνομία στις 14.02.21 στο πάρκο Κολοκάση. Δεν αναφέρονται πουθενά οποιαδήποτε μέτρα ενίσχυσης της αποτελεσματικής λογοδοσίας των αστυνομικών για υπερβολική βία, καθιστώντας το όλο νομοσχέδιο ετεροβαρές και δυσανάλογα περιοριστικό. Τα μέλη της αστυνομίας που αστυνομεύουν τις συγκεντρώσεις οφείλουν να είναι πάντα ένστολοι και να επιδεικνύουν μια εύκολα αναγνωρίσιμη μορφή ταυτότητας, να μην φωτογραφίζουν ή να βιντεογραφούν τους διαδηλωτές εκτός και αν βρίσκονται στη διαδικασία διάπραξης αδικήματος και να επιτρέπουν την φωτογράφιση ή βιντεογράφιση από μέρους των διαδηλωτών όλων των σκηνών χρήσης βίας από μέρους οποιουδήποτε συμπεριλαμβανομένης και της βίας που ασκείται από αστυνομικούς. Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ αναφέρει (σελ.16):

"Η χρήση συσκευών καταγραφής από υπαλλήλους των αρχών επιβολής του νόμου κατά τη διάρκεια συγκεντρώσεων, συμπεριλαμβανομένων των καμερών που φέρουν το σώμα τους, μπορεί να διαδραματίσει θετικό ρόλο στη διασφάλιση της λογοδοσίας, εφόσον χρησιμοποιείται με σύνεση. Ωστόσο, οι αρχές θα πρέπει να έχουν σαφείς και δημόσια διαθέσιμες κατευθυντήριες γραμμές για να διασφαλίσουν ότι η χρήση τους είναι σύμφωνη με τα διεθνή πρότυπα για την προστασία της ιδιωτικής ζωής και δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα στη συμμετοχή στις συναθροίσεις. Οι συμμετέχοντες, οι δημοσιογράφοι και οι παρατηρητές έχουν επίσης το δικαίωμα να καταγράφουν τους αξιωματούχους επιβολής του νόμου".

[“The use of recording devices by law enforcement officials during assemblies, including body-worn cameras, may play a positive role in securing accountability, if used judiciously. However, the authorities should have clear and publicly available guidelines to ensure that their use is consistent with international standards on privacy and does not have a chilling effect on participation in assemblies. Participants, journalists and monitors also have the right to record law enforcement officials”.[


10. Αδικήματα

Όποιος οργανώσει ή λαμβάνει μέρος σε παρέλαση ή συγκέντρωση που εν γνώσει του έχει απαγορευθεί ή έχει διαταχθεί η διάλυση της, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 8 και 9 του παρόντος Νόμου, διαπράττει ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με χρηματική ποινή €10,000.


Οι συστάσεις της Επιτρόπου Νομοθεσίας, των αρχών της Βενετίας και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ ξεκαθαρίζουν πως οι μόνες συναθροίσεις που μπορούν να απαγορευτούν και για τις οποίες μπορεί να διαταχτεί η διάλυση τους είναι αυτές όπου οι ίδιοι οι οργανωτές αποδεδειγμένα ασκούν βία (όπως αυτή ορίζεται στις σχετικές συστάσεις) ή προτρέπουν σε χρήση βίας. Τέτοιες ήταν οι περιπτώσεις των πογκρόμ που έγιναν στην Κύπρο το καλοκαίρι του 2023 με την ανοχή της αστυνομίας, όπου οι ίδιες οι διακηρύξεις των οργανωτών προέτρεπαν σε πράξεις βίας. Η ελλιπής ειδοποίηση, η παράλειψη ειδοποίησης, η αλλαγή της πορείας την τελευταία στιγμή, η μεταφορά μη επιθετικών αντικειμένων, η ενόχληση που μπορεί να προκαλέσουν οι ιδέες της πορείας (νοουμένου ότι δεν πρόκειται για ρητορική μίσους), οι υποκειμενικές και αδικαιολόγητες αντιλήψεις των αρχών για κινδύνους για τη δημόσια τάξη/ασφάλεια/υγεία κλπ, η μεμονωμένη άσκηση βίας από συμμετέχοντες που μπορεί να αντιμετωπιστεί με στοχευμένη μέτρα κατά των ασκούντων τη βία, δεν καθιστούν τη συνάθροιση παράνομη και δε μπορεί επομένως να διαταχτεί η διάλυση της.

 Η πρόνοια αυτή οφείλει να ξεκαθαρίζει ότι ισχύει αποκλειστικά και μόνο στις περιπτώσεις όπου οι οργανωτές της συνάθροισης ασκούν και/η υποκινούν σε χρήση βίας όπως αυτή ορίζεται στις σχετικές συστάσεις των θεσμών.

 Η σχετική εκθεση της Επιτροπου Νομοθεσίας αναφέρει (σελ 41): “Οι διοργανωτές δεν πρέπει … να θεωρούνται υπεύθυνοι για την παράνομη συμπεριφορά άλλων ή να θεωρούνται υπεύθυνοι για τη διατήρηση της δημόσιας τάξης. Ευθύνη θα υπάρχει μόνο όταν οι διοργανωτές (ή οι επόπτες) έχουν προσωπικά και σκόπιμα υποκινήσει, προκαλέσει ή συμμετέχει στην πρόκληση πραγματικής ζημιάς ή διαταραχή. Ομοίως, εάν οι διοργανωτές παραλείψουν να ενημερώσουν τις αρχές για την συνάθροιση, η συνάθροιση δεν θα πρέπει να διαλύεται αυτόματα και οι διοργανωτές δεν πρέπει να υπόκεινται σε ποινικές ή διοικητικές κυρώσεις με πρόστιμα ή φυλάκιση.”

 Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ υπογραμμίζει ότι η υποχρέωση ειδοποίησης δεν πρέπει να μετατρέπεται έμμεσα σε υποχρέωση εξασφάλισης άδειας και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για επέμβαση στο δικαίωμα της συνάθροισης. Η ειδοποίηση πρέπει να λειτουργεί ως μέτρο για να διευκολύνει τις αρχές στο να προστατεύσουν την συνάθροιση και όχι στο να τη διαλύσουν.

"70. Η υποχρέωση να ζητείται άδεια από τις αρχές υπονομεύει την ιδέα ότι η ειρηνική συνάθροιση αποτελεί βασικό δικαίωμα. Τα συστήματα κοινοποίησης που απαιτούν από όσους σκοπεύουν να οργανώσουν ειρηνική συγκέντρωση να ενημερώνουν εκ των προτέρων τις αρχές και να παρέχουν ορισμένες σημαντικές λεπτομέρειες είναι επιτρεπτά στο βαθμό που είναι απαραίτητο για να βοηθήσουν τις αρχές να διευκολύνουν την ομαλή διεξαγωγή ειρηνικών συγκεντρώσεων και να προστατεύσουν τα δικαιώματα των άλλων. Ταυτόχρονα, η απαίτηση αυτή δεν πρέπει να χρησιμοποιείται καταχρηστικά για την καταστολή ειρηνικών συγκεντρώσεων και, όπως και στην περίπτωση άλλων παρεμβάσεων στο δικαίωμα, πρέπει να δικαιολογείται από τους λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο 21. Η επιβολή των απαιτήσεων κοινοποίησης δεν πρέπει να γίνεται αυτοσκοπός. Οι διαδικασίες κοινοποίησης πρέπει να είναι διαφανείς, όχι αδικαιολόγητα γραφειοκρατικές, οι απαιτήσεις τους από τους διοργανωτές πρέπει να είναι ανάλογες με τον πιθανό δημόσιο αντίκτυπο της συγκεκριμένης συγκέντρωσης και πρέπει να είναι δωρεάν.

71. Η παράλειψη κοινοποίησης στις αρχές μιας επικείμενης συγκέντρωσης, όπου απαιτείται, δεν καθιστά την πράξη της συμμετοχής στη συγκέντρωση παράνομη και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται από μόνη της ως βάση για τη διάλυση της συγκέντρωσης ή τη σύλληψη των συμμετεχόντων ή των διοργανωτών ή για την επιβολή αδικαιολόγητων κυρώσεων, όπως η κατηγορία των συμμετεχόντων ή των διοργανωτών για ποινικά αδικήματα. Όταν επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις στους διοργανωτές λόγω μη κοινοποίησης, αυτό πρέπει να δικαιολογείται από τις αρχές. Η έλλειψη κοινοποίησης δεν απαλλάσσει τις αρχές από την υποχρέωση, στο πλαίσιο των δυνατοτήτων τους, να διευκολύνουν τη συγκέντρωση και να προστατεύουν τους συμμετέχοντες".

 [«70. Having to apply for permission from the authorities undercuts the idea that peaceful assembly is a basic right. Notification systems requiring that those who intend to organize a peaceful assembly must inform the authorities in advance and provide certain salient details are permissible to the extent necessary to assist the authorities in facilitating the smooth conduct of peaceful assemblies and protecting the rights of others. At the same time, this requirement must not be misused to stifle peaceful assemblies and, as in the case of other interferences with the right, must be justifiable on the grounds listed in article 21. The enforcement of notification requirements must not become an end in itself. Notification procedures should be transparent, not unduly bureaucratic, their demands on organizers must be proportionate to the potential public impact of the assembly concerned, and they should be free of charge.

71. A failure to notify the authorities of an upcoming assembly, where required, does not render the act of participation in the assembly unlawful, and must not in itself be used as a basis for dispersing the assembly or arresting the participants or organizers, or for imposing undue sanctions, such as charging the participants or organizers with criminal offences. Where administrative sanctions are imposed on organizers for failure to notify, this must be justified by the authorities. Lack of notification does not absolve the authorities from the obligation, within their abilities, to facilitate the assembly and to protect the participants.»]

 

 

11. Απόκρυψη προσώπου

Πρόσωπο το οποίο συμμετέχει στην παρέλαση ή συγκέντρωση και αποκρύβει με οποιοδήποτε τρόπο το πρόσωπο του, ήτοι σε σημείο που αυτό να μην μπορεί να αναγνωριστεί, χωρίς αιτιολογία, για την οποία φέρει το βάρος της απόδειξης, θεωρείται ότι το αποκρύβει προς το σκοπό διάπραξης αδικήματος και είναι ένοχο πλημμελήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τέσσερεις χιλιάδες ευρώ (€4.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.


Η κάλυψη του προσώπου ή του κεφαλιού μπορεί να αποτελεί έκφραση η οποία προστατεύεται από το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ, το CCPR και άλλα νομοθετήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η ελευθερία της έκφρασης θεωρείται αναπόσπαστο μέρος της απόλαυσης του δικαιώματος της ελευθερίας του συνέρχεσθαι (βλ. Γενικό σχόλιο αριθ. 34 για το άρθρο 19: Ελευθερία της γνώμης και της έκφρασης). 

Η Επίτροπος Νομοθεσίας αναφέρει ότι οι διεθνείς οργανισμοί προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων προωθούν τη μη γενικευμένη απαγόρευσή της χρήσης μάσκας/καλύματος προσώπου στις συναθροίσεις, γιατί μπορεί να γίνεται για εκφραστικούς σκοπούς και αποτελεί μια μορφή επικοινωνίας που προστατεύεται από τα δικαιώματα στην ελευθερία του λόγου και του συνέρχεσθαι: «Η χρήση μάσκας ή άλλων καλυμμάτων προσώπου σε μια ειρηνική συνάθροιση δεν θα πρέπει να απαγορεύεται όταν δεν υπάρχουν αποδεδειγμένα στοιχεία επικείμενης βίας. Δεν θα πρέπει να απαιτείται από ένα άτομο να αφαιρέσει τέτοιο κάλυμμα, εκτός εάν η συμπεριφορά του/της δημιουργεί πιθανή αιτία σύλληψης και το κάλυμμα του προσώπου εμποδίζει την αναγνώρισή του/της” (σελ. 42).

 

H Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ επίσης θεωρεί την κάλυψη του προσώπου όχι μόνο θεμιτή αλλά και επιθυμητή για σκοπούς προστασίας της ιδιωτικότητας και της ανωνυμίας, τα οποία αποτελούν αναφέρεται δικαιώματα των ατόμων που διαδηλώνουν ειρηνικά και δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως πρόθεση διάπραξης βίας:

 

The wearing of face coverings or other disguises by assembly participants, such as hoods or masks, or taking other steps to participate anonymously may form part of the expressive element of a peaceful assembly or serve to counter reprisals or to protect privacy, including in the context of new surveillance technologies. The anonymity of participants should be allowed unless their conduct presents reasonable grounds for arrest,77 or there are other similarly compelling reasons, such as the fact that the face covering forms part of a symbol that is, exceptionally, restricted for the reasons referred to above (see para. 51). The use of disguises should not in itself be deemed to signify violent intent.”

 

Πέραν των πιο πάνω, η χρήση χειρουργικής μάσκας προσώπου αποτελεί δικαίωμα προστασίας της υγείας του ατόμου, ενώ η κάλυψη της κεφαλής αποτελεί δυνητικά έκφραση θρησκευτικών πεποιθήσεων που επίσης προστατεύονται από το διεθνές δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

.

 

 

 

Comments

Popular posts from this blog

Εκδήλωση Αποτελεσματικός έλεγχος ως μέσο διασφάλισης των δικαιωμάτων και το κράτος δικαίου στη Κύπρο